κάραβος


κάραβος
κάραβος, , Krabbe, Krebs, krabbeln, (1) ὁ ἐν τοῖς ξύλοις τοῖς αὔοις, eine Käferart, Feuerschröter, Holzkäfer. (2) eine Art Meerkrabbe, ein stachlicher Meerkrebs. (3) eine Art Schiff

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • κάραβος — Γένος εντόμων της μεγάλης οικογένειας των καραβιδών, της τάξης των κολεοπτέρων. Η οικογένεια αυτή είναι τόσο πλούσια σε είδη (πάνω από 20.000) ώστε μερικοί ζωολόγοι τη χωρίζουν σε διάφορες οικογένειες, που υποδιαιρούνται αντίστοιχα σε… …   Dictionary of Greek

  • κάραβος — κ̱άραβος , κάραβος horned masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • carabă — CARÁBĂ, carabe, s.f. 1. (reg.) Fluier primitiv pe care şi l fac copiii dintr o ţeavă de soc, din cotorul frunzei de dovleac, din pană de gâscă etc. 2. Tubul cimpoiului asemănător cu fluierul, la care se execută melodia. 3. (arg.) Palmă (2). – Din …   Dicționar Român

  • Древнемакедонский язык — Страны: Древняя Македония Вымер: к III ве …   Википедия

  • κάβουρας — I Ονομασία δύο νησίδων του Αιγαίου πελάγους. 1. Ακατοίκητη νησίδα των κεντρικών Κυκλάδων. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Μυκόνου του νομού Κυκλάδων. 2. Ακατοίκητη νησίδα των κεντρικών Κυκλάδων. Βρίσκεται Β της Αντιπάρου και της νησίδας Διπλό, με… …   Dictionary of Greek

  • καράβι — Ονομασία διαφόρων μικρών νησιών της Ελλάδας. 1. Νησί της συστάδας των Οθωνών. 2. Νησί που βρίσκεται 3 χλμ. Ν του ακρωτηρίου Κεφάλι της Κέρκυρας. Από μακριά μοιάζει με καράβι που τραβά τη βάρκα του. Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, πρόκειται για… …   Dictionary of Greek

  • κηραφίς — κηραφίς, ίδος, ἡ (Α) 1. είδος ακρίδας 2. (κατά τον Ησύχ.) «κάραβος». [ΕΤΥΜΟΛ. Ίσως να πρόκειται για το καραδίς (< κάραβος) με επίδραση τών ονομασιών ζώων σε φος (πρβλ. έλαφος, έριφος) και ιων. η αντί α ] …   Dictionary of Greek

  • карапуз — коропуз, карапузик, также в знач. жучок . Как сообщает Соболевский (РФВ 70, 79), это слово отсутствует в соврем. диал. и в стар. именах, в связи с чем он рассматривает его как преобразование франц. crapoussin карапузик , сблизившегося с пузо (так …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • карбас — большая гребная лодка с парусом , олонецк., арханг., вологодск., сиб., стар. карбасъ, Триф. Короб., 1584 г.; см. Чтения, 1871 г., стр 33; Аввакум 107, 110; также карбаз мелкое грузовое судно , олонецк., сиб., иркутск., паром , енисейск. Заимств.… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • корабль — род. п. бля, народн. корабель, укр. корабель, кораб, ст. слав. корабл̂ь πλοῖον, ναῦς, болг. кораб, сербохорв. ко̏ра̑б, ко̏ра̑баљ, чеш., слвц. korab, польск. korab, род. п. bia, н. луж. korabje остов (корабельный) . Древнее заимств. (ввиду б, а не …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • Ancient Macedonian language — For the unrelated modern Slavic language, see Macedonian language. language name=Ancient Macedonian region=Macedon ( extinct language ) extinct=absorbed by Attic Greek in the 4th century BC familycolor=Indo European fam2= possibly Greek… …   Wikipedia


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.